Το μεγαλειώδες ποίημα του ΄Αλεν Γκίνσπεργκ, το ποιητικό μανιφέστο της μπιτ γενιάς
Το έγραψε το 1955 και όπως αποτελεί ένα κοινωνικό σχόλιο που είναι ενάντια στην αμερικανική συντηρητική κοινωνία της δεκαετίας του 1950, και το άδικο πολιτικό σύστημα, εκφράζοντας την ανάγκη της ανανέωσης.
Στον Καρλ Σόλομον είναι αφιερωμένο το «Ουρλιαχτό». Το 1950 ο Γκίνσμπεργκ συλλαμβάνεται για συμμετοχή σε κλοπές τις οποίες είχαν διαπράξει φίλοι του και αντί για φυλάκιση του επιβάλλεται εγκλεισμός στο Ψυχιατρείο Ρόκλαντ για οκτώ μήνες. Εκεί βρισκόταν ήδη ο Καρλ Σόλομον. Η πρώτη τους συνάντηση έγινε στους διαδρόμους του νοσοκομείου όπου ο Σόλομον είχε μόλις υποβληθεί σε μια θεραπεία ηλεκτροσόκ. Ταραγμένος ο Γκίνσμπεργκ παρακολούθησε τον Σόλομον που ψιθύριζε : «είμαι ο Κιρίλοφ, είμαι ο Κιρίλοφ» εννοώντας τον ήρωα από τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι. Τότε ο Γκίνσμπεργκ του απάντησε : «κι εγώ είμαι ο Μίσκιν», κάνοντας αναφορά στον Ηλίθιο. Εκεί έλκει τις ρίζες της η γνωριμία που σημάδεψε την ψυχή του Γκίνσμπεργκ και τον οδήγησε στο «Ουρλιαχτό».
Ο αντισυμβατικός ποιητής σχηματίζει την εικόνα ενός εφιαλτικού κόσμου, που διακατέχεται από την απελπισία, την απόρριψη και την προκατάληψη και εναποθέτει στους φωτισμένους της γενιάς του, την αναζήτηση μιας υπερβατικής πραγματικότητας. Την αναζήτηση αυτή που γίνεται μέσω της χρήσης των ναρκωτικών – που τους βοηθούν να ξεχάσουν τον πόνο και την αμφισβήτηση – της άσεμνης τέχνης, της χυδαίας ποίησης. Κι αυτοί, υπακούοντας, αφήνουν τον αυθορμητισμό τους να τους κυριεύσει και γράφουν ελεύθερα για τα ναρκωτικά, το σεξ, την ομοφυλοφιλία και οτιδήποτε άλλο αποτελεί ταμπού στην εποχή τους, χρησιμοποιώντας γλώσσα ωμή και προκλητική.
Το ποίημα αποτελείται από τρία τμήματα. Κάθε ένα από αυτά έχει επανειλημμένες αναφορές σε ένα μόνο θέμα.
Στο πρώτο τμήμα – που είναι και το μακράν μεγαλύτερο – ο Γκίνσμπεργκ καταθέτει ότι υπήρξε μάρτυρας της καταστροφής «των καλύτερων μυαλών» της γενιάς του και δίνει μια λεπτομερή περιγραφή αυτών των ανθρώπων. Δεν ήταν επιστήμονες, πολιτικοί ή άλλα σημαίνοντα μέλη της αμερικανικής κοινωνίας αλλά χρήστες ναρκωτικών, μουσικοί, ποιητές, αντιφρονούντες πολιτικοί και ταξιδιώτες του κόσμου.
Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς µου σακατεμένα
από την τρέλα υστερικά, γυμνά, ξελιγωµένα
σερνάμενα χαράματα, σε δρόμους νέγρικους
ζητώντας µια άγρια δύση,
χίπστερς αγγελοπρόσωπους, κορωμένους µε τα πανάρχαια βαποράκια
για την αστρική γεννήτρια στη µηχανή της νύχτας,
λέτσους, µπατίρηδες, κοµµένους, να καπνίζουν µαστούρηδες
στο µεταφυσικό σκοτάδι ξυλιασµένων ορόφων,
να πλέουν στις κορυφές των πόλεων, να µελετούν τζαζ,
[…]
Στο δεύτερο μέρος αναρωτιέται τι ήταν αυτό που κατέστρεψε τα καλύτερα μυαλά της γενιάς του, για να δώσει αμέσως την απάντηση: Ο Μολόχ. Τον άδικο θεό των Φοινίκων που λατρευόταν με θυσίες αθώων μωρών επιλέγει ο Γκίνσμπεργκ για να μιλήσει για το τέρας που σκοτώνει τη νεολαία και την αγάπη.
Ποια αλουμίνια σφίγγα τσιμέντου τους άνοιξε τα καύκαλα
κι έφαγε µυαλά και φαντασία;
Ο Μολόχ! Λέρα! Ερηµιά! Αηδία!
Σκουπιδοτενεκέδες κι ανεπίτευκτα δολάρια!
Παιδιά να τσιρίζουν κάτω απ’ τις σκάλες!
Άγρια να κλαίνε σε στρατούς!
Γέροι να σκούζουν στα πάρκα!
Ο Μολόχ! Ο Μολόχ! Ο εφιάλτης Μολόχ! Ο αδέκαστος Μολόχ!
Ο παρανοϊκός Μολόχ! Ο Μολόχ κατακριτής των ανθρώπων!
[…]
Στο τρίτο τμήμα του ποιήματος απευθύνεται άμεσα στον Καρλ Σόλομον, τον στενό του φίλο δηλώνοντάς του την αλληλεγγύη του επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά τη φράση «Είµαι στο Ρόκλαντ µαζί σου».
Καρλ Σόλοµον! Είµαι µαζί σου στο Ρόκλαντ,
εκεί που η τρέλα σου απ’ τη δική µου πιο µεγάλη.
Είµαι στο Ρόκλαντ µαζί σου,
εκεί όπου πρέπει τόσο παράξενα να νιώθεις.
Είµαι στο Ρόκλαντ µαζί σου,
εκεί όπου παίζεις τη σκιά της µάνας µου.
Είµαι στο Ρόκλαντ µαζί σου,
εκεί όπου έχεις δολοφονήσει τις δώδεκα ιδιαιτέρες σου.
Είµαι στο Ρόκλαντ µαζί σου,
εκεί όπου γελάς µ’ εκείνο το αόρατο χιούµορ.
[…]
πηγη passe partout reading-βασω μπερη