Ποιήματα που άλλαξαν τον κόσμο : Η εκπληκτική συλλογή της Ρωσίδας ποιήτριας Άννας Αχμάτοβα
Η Άννα Αντρέγιεβνα Αχμάτοβα (23 Ιουνίου 1889 – 5 Μαρτίου 1966) ήταν Ρωσίδα ποιήτρια, μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της «Αργυρής Εποχής» στην ποίηση της Ρωσίας. Επέλεξε το επώνυμο Αχμάτοβα, που ανήκε στην προγιαγιά της από τη φυλή των Τατάρων. Ένα από τα πιο σημαντικά, διαδραστικά και διαχρονικά ποιήματα της είναι το «Ρέκβιεμ». Πρόκειται για ένα μνημειώδες ποίημα-κύκλος που έγραψε μεταξύ 1935 και 1940 και το οποίο εκδόθηκε μόνο μετά τον θάνατό της, λόγω της αυστηρής σοβιετικής λογοκρισίας. Το 1965 απονέμεται στην Αχμάτοβα ο τίτλος της επίτιμης διδάκτορα από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ενώ η UNESCO κήρυξε το έτος 1989 «Έτος Αχμάτοβα».
Η ποίηση της, αφάνταστα γοητευτική , εστιάζει σε μια αίσθηση πεπρωμένου, που ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας της και άσκησε ιδιαίτερη έλξη, όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα. Η Ρωσίδα ποιήτρια Μαρίνα Τσβετάγεβα (που αυτοκτόνησε το 1941) είχε αποκαλέσει την Αχμάτοβα «Άννα Πασών των Ρωσιών».
Το «Ρέκβιεμ» είναι ένα προσωπικό και συλλογικό μνημείο θλίψης, αφιερωμένο στα θύματα των σταλινικών διώξεων. Αποτελείται από πρόλογο, δέκα ενότητες και επίλογο. Δεν είναι ένα απλό ποίημα, αλλά μια λυρική τραγωδία. Είναι μια κραυγή ενάντια στη λήθη, ένα έργο καθαρτικό, για να μείνει ζωντανή η μνήμη των αθώων θυμάτων. Το ποίημα βασίζεται στη δική της εμπειρία —την αγωνία για τον σύζυγό της Νικολάι Γκούμυλιωφ, που εκτελέστηκε το 1921, και κυρίως για τον γιο της Λεβ, που συνελήφθη επανειλημμένα στα τέλη της δεκαετίας του 1930.
Η Αχμάτοβα περιγράφει τον πόνο των γυναικών που στέκονται έξω από τις φυλακές του Λένινγκραντ, περιμένοντας νέα για τους συλληφθέντες άνδρες και γιους τους και εκφράζει τη σιωπή, τον φόβο, την απώλεια και τη βαθιά αξιοπρέπεια μιας ολόκληρης γενιάς.
Το «Ρέκβιεμ» υπήρξε έργο-σταθμός, όχι μόνο για την ποίηση της Ρωσίας, αλλά και για τη διεθνή λογοτεχνία και ιστορία. Αποτελεί παράδειγμα πώς η τέχνη μπορεί να γίνει αντίσταση, μάρτυρας και μνήμη σε περιόδους μαζικής καταστολής. Πολλοί μελετητές επισημαίνουν την επιρροή του στην ανάδυση της πολιτικής ποίησης του 20ού αιώνα, καθώς και τη διαχρονική του αξία ως φωνή της ανθρωπιάς. Η μετάφραση και διάδοσή του παγκοσμίως συνέβαλε στην ευαισθητοποίηση για τα εγκλήματα του καθεστώτος και γενικότερα για την αναγκαιότητα υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ήταν τότε που μόνο ο νεκρός χαμογέλαε κι όταν
τη γαλήνη απολάμβανε. Κι άχρηστη σαν κατιμάς
όλη η πόλη του Λένινγκραντ ταλαντευόταν
στις υγρές φυλακές της σιμά.
Κι ήταν τότε που πια απ’ το μαρτύριο τρελές και χαμένες
των κατάδικων βάδιζαν κιόλας οι φάλαγγες. Στη διαπασών
όλο σφύριζαν σύντομα χαίρε κλαμένες,
οι σειρήνες σφυρίζαν αργά των ατμομηχανών.
Του θανάτου τ’ αστέρια ψηλά ακινητούσαν,
διπλωμένη στα δυο η αθώα Ρωσία καταγής,
με αιματόβρεχτες μπότες καθώς την πατούσαν
και με λάστιχα οι μαύρες οι κλούβες στο φως της αυγής.
1
Συνοδεία σε πήραν καθώς χάραζε η μέρα,
από πίσω σου βάδιζα σαν σ’ εκφορά,
τα παιδιά στο σκοτάδι της κάμαρας κλαίγαν
και στο εικόνισμα στάζαν εμπρός τα κεριά.
Πα στα χείλη σου η ψύχρα της άγιας εικόνας.
Τον ιδρώ του θανάτου στο μέτωπο δεν τον ξεχνώ.
Σαν των δόλιων στρελτσύ τις γυναίκες, πεσμένη στο χώμα,
δίπλα εκεί στου Κρεμλίνου τους πύργους θα ουρλιάζω κι εγώ.
1935
4
Ποιος να σ’ το ’λεγε τότε που οι φίλοι σου
φιλενάδα τους σ’ έλεγαν κι έτοιμο το ’χες το σκώμμα
κι αμαρτάνοντας πρόσφερες τ’ άλικα χείλη σου,
στη ζωή σου να πάθεις τι σου ’μελλε ακόμα.
Στη ουρά τριακοστή με το δέμα σου
να σταθείς στα Κρεστύ και μπροστά να κοιτάς
και με δάκρυα καυτά, με το αίμα σου,
του χειμώνα τον πάγο να καις, να τρυπάς.
Στο προαύλιο μια λεύκα κουνάει τα κλαδιά λυπημένη
κι ούτε θρόισμα ακούγεται – κι όμως κει στα κελιά
πόσοι αθώοι πεθαίνουν και πάνε χαμένοι…
6
Οι βδομάδες σαν πουλιά πετάνε
τι συνέβη ποιος θα μου το πει;
Πώς σε κοίταζαν στη φυλακή
οι λευκές οι νύχτες, που καταραμένες να ’ναι,
πώς και τώρα σε ξανακοιτούν
με αετίσιο μάτι φλογερό
και για τον ψηλό σου τον σταυρό
και για θάνατο μιλούν.
1939
8
ΠΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΝ
Έτσι κι αλλιώς θα ’ρθεις, γιατί όχι τούτη τη στιγμή:
Σε περιμένω, αδύνατο να επουλωθεί το τραύμα.
Όλα τα φώτα τα ’σβησα κι η πόρτα μου ανοιχτή,
να μπεις εσύ καθημερνός και σπάνιος ως θαύμα.
Όποια μορφή σ’ αρέσει πάρε για να ’ρθεις,
σαν βλήμα εισόρμησε και σκότωσέ με
ή μ’ ένα ζύγι ζύγωσε σαν έμπειρος ληστής
ή με του τύφου τον καπνό φαρμάκωσέ με.
Ή ως μύθος που ’χεις σοφιστεί και λες από καιρό
κι όλοι τον μάθαν πια μέχρι ναυτίας, μέχρι κόρου,
ώστε το μπλε πηλήκιο στην αυλή να δω
κι από τον τρόμο του χλωμό τον θυρωρό μου.
Το ίδιο πια μου κάνει. Ο Γιενισέι κυλάει μες στον αφρό,
το πολικό τ’ αστέρι φέγγει μες στην αμφιλύκη
και την γαλάζια λάμψη των αγαπημένων μου ματιών
η τελευταία την καλύπτει φρίκη.
19 Αυγούστου 1939, σπίτι της Φοντάνκα
Από τη συλλογή «ΡΕΚΒΙΕΜ», εκδ. ΑΓΡΑ 2011, Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου