της Στεφανίας Ρουλάκη
Στην έρημό σου σαν βρεθείς,
θα έχεις ψευδαισθήσεις.
Θα περπατάς σε άμμο καυτή,
τον ήλιο θα μισήσεις.
Στεγνό θα είναι το στόμα σου,
εχθρός θα είναι το σώμα σου,
θα πέσεις, θα λυγίσεις.
Θρύμματα θα ‘ναι τα κρίμματα,
στον αέρα θα σκορπούνε,
την ανάσα θα σου κόβουνε.
Λόγια ανείπωτα καιρό, θα βγουν να λυτρωθούνε.
Στο βάθος του ορίζοντα
φιγούρες σωτηρίας
θα βλέπεις να λικνίζονται
σκιές μιας αμαρτίας.
Καμήλες, άλογα, νερό.
Θα θες να ξεδιψάσεις.
Το βήμα θα γίνει πιο γοργό
να τρέξεις, να προφτάσεις.
Χαρούμενος θα είσαι τότε πως
έχει φτάσει ο λυτρωμος,
ξέροντας μέσα σου βαθιά
ότι είναι αντικατοπτρισμός.
Στο τέλος της διαδρομής
ποτέ σου δεν θα φτάσεις
αν τούτη την άνυδρη τη γη
δεν σκύψεις να αφουγκραστείς,
να την ιχνηλατήσεις.
Αν τις οάσεις της δεν δεις,
δροσιες να ξαποστάσεις –
αν τις δυνάμεις σου δεν νιώσεις
για να επιβιώσεις –
στην πιο δική σου έρημο, εκεί θα τελειώσεις.
Γι’ αυτό λοιπόν ψάξε τον οδηγό να βρεις,
εκείνονε που ξέρει,
πως πέρα απ’ τους αμμόλοφους
πίσω θε να σε φέρει.
Μην ψάχνεις στον ορίζοντα,
ούτε στις προσευχές σου.
Κοίτα στο βάθος μέσα σου,
σε όλες τις πτυχές σου.
Εκεί θα βρεις έναν σοφό
να σε καθοδηγήσει.
Την έρημο με το είναι σου
άστη να πλημμυρίσει.