Ποίηση

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Δύο ποιήματα του εθνικού μας ποιητή Διονύσιου Σολωμού

Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στην Ζάκυνθο το 1798, από αριστοκρατική οικογένεια. Το 1808 πήγε στην Ιταλία για σπουδές και σπούδασε νομικά. Μετά από δέκα χρόνια επιστρέφει στη Ζάκυνθο με γερή φιλολογική μόρφωση. Εκείνη την εποχή γίνεται δεκτός σε μια φιλολογική οργάνωση όπου αναγνωρίζεται ως στιχουργός. Στο τέλος του 1828 εγκαταλείπει τη Ζάκυνθο και εγκαθίσταται στη Κέρκυρα για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Το 1833 ένα σοβαρό οικογενειακό γεγονός τον ταράζει, ο ετεροθαλής αδελφός του δηλώνει στις λιμενικές αρχές την κληρονομιά από τον πατέρα του και τη διεκδικεί. Όλα τα χρόνια που έζησε στην Κέρκυρα δεν έκανε ούτε ένα ταξίδι στην ελευθερωμένη Ελλάδα γιατί, όπως υποστηρίζεται, “δεν εσυνηθούσε να θεατρίζει στο εθνικό του φρόνηματα αλλά μες το άγιο βήμα της ψυχής”. Όταν ο Σολωμός γύρισε από την Ιταλία, έφερε μαζί του ποιήματα θρησκευτικού περιεχομένου. Αργότερα δημιουργεί αυτοσχέδια σονέτα και τέλος λυρικά ποιήματα. Το πρώτο εκτενές ποίημα του Σολωμού είναι ο “Ύμνος εις την Ελευθερία” που είναι γραμμένος σε τετράστιχες στροφές. Ο Σολωμός πέθανε στις 2 Φεβρουαρίου του 1857 από εγκεφαλική συμφόρηση. Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1865 στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν στην αρχή σε ένα μικρό μαυσωλείο στον τάφο του Κάλβου. Ο Σολωμός ως ποιητής απέκτησε φήμη από τα νεανικά του χρόνια και ότι με το πέρασμα των δεκαετιών το ποιητικό του έργο δεν ξεπεράστηκε. Θεωρείται δε ο εθνικός μας ποιητής.

Δημοτικότητα

Ανθούλα

Αγάπησέ με, Ανθούλα μου, γλυκιά χρυσή μου ελπίδα,
καθώς κι εγώ σ’ αγάπησα την ώραν οπού σ’ είδα.
Είχες τα μάτια σου γειρτά στα πράσινα χορτάρια
κι η λύπη σού τα εστόλιζε με δυο μαργαριτάρια.
Τη μάνα σου θυμούμενη εδάκρυζες, Ανθούλα,
γιατί στον κόσμο σ’ άφησε μονάχη κι ορφανούλα.
Α, ναι, φυλάξου, αγάπη μου, του κόσμου από την πλάνη,
οπού με λόγια δολερά τόσα κοράσια χάνει…
Πού πας μονάχη κι έρημη, αθώα περιστερούλα!
Βρόχια πολλά σού σταίνουνε· έλα μαζί μου, Ανθούλα.

Ωδή εις τη σελήνη

Γλυκύτατη φωνή βγάν’ η κιθάρα,
και σε τούτη την άφραστη αρμονία
της καρδιάς μου αποκρίνεται η λαχτάρα·
γλυκέ φίλε, είσαι συ, που με τη θεία

έκσταση του Οσσιάνου, εις τ’ ακρογιάλι
της νυχτός εμψυχείς την ησυχία.
Κάθισε για να πούμε ύμνον στα κάλλη
της Σελήνης· αυτήν εσυνηθούσε
ο τυφλός ποιητής συχνά να ψάλλει.

Μου φαίνεται τον βλέπω που ακουμβούσε
σε μίαν ετιά, και το φεγγάρι ωστόσο
στα γένια τα ιερά λαμποκοπούσε.
Απ’ το Σκοπό νά το προβαίνει· ω πόσο
συ την νύχτα τερπνά παρηγορίζεις!

Ύμνον παθητικόν θε να σου υψώσω·
παθητικό σα εσένα, όταν λαμπίζεις
στρογγυλό, μεσουράνιο, και το φως σου
σε ταφόπετρα ολόασπρη αποκοιμίζεις.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.