Επιμέλεια: Στεφανία Ρουλάκη
Το διάσημο ποίημα της Rose Milligan «Ξεσκόνιζε αν πρέπει» συμπυκνώνει με σπάνια απλότητα την τραγική ειρωνεία της ανθρώπινης καθημερινότητας: αναλώνουμε το πολυτιμότερο αγαθό μας—τον χρόνο—σε ασχολίες που έχουν ως μοναδικό σκοπό την τάξη, ξεχνώντας ότι η ίδια η ζωή είναι εκ φύσεως άτακτη, ζωντανή και εφήμερη.
Η ιδέα ότι η μέρα αυτή «δεν θα ξαναέρθει» υπενθυμίζει ότι η αναβολή της ζωής χάριν της τακτοποίησης είναι ένας εκλεπτυσμένος τρόπος να αποφύγουμε την ευαλωτότητα. Η διαφορά μεταξύ «θέλω» και «χρειάζομαι» βρίσκεται συχνά εκεί: χρειαζόμαστε ελάχιστα υλικά πράγματα για να υπάρξουμε, αλλά έχουμε ανάγκη τη σύνδεση, τη δημιουργία, τη φύση και τη συντροφικότητα για να νιώθουμε ζωντανοί.
Κανείς στο τέλος της ζωής του δεν ευχήθηκε να είχε αφιερώσει περισσότερες ώρες στο ξεσκόνισμα, αλλά σχεδόν όλοι εύχονται να είχαν επιτρέψει στον εαυτό τους να «βραχεί στη βροχή» ή να γράψει εκείνο το γράμμα που αναστελλόταν διαρκώς.
Ξεσκόνιζε, αν πρέπει, μα δεν θα ‘ταν πιο καλά
έναν πίνακα να ζωγράφιζες, ή να έγραφες θερμά
ένα γράμμα, ένα γλυκό να έψηνες, έναν σπόρο να φυτέψεις·
τη διαφορά «θέλω» και «χρειάζομαι» βαθιά να σκεφτείς;
Ξεσκόνιζε, αν πρέπει, μα ο χρόνος είναι λίγος,
με ποτάμια να κολυμπήσεις, βουνά να ανεβείς·
μουσικές να ακούσεις, βιβλία να διαβάσεις·
φίλους να αγαπήσεις, τη ζωή σου να ζήσεις.
Ξεσκόνιζε, αν πρέπει, μα ο κόσμος εκεί έξω προσμένει,
με τον ήλιο στα μάτια, τα μαλλιά στον βοριά·
μια νιφάδα που πέφτει, μια ψιχάλα βροχής,
αυτή η μέρα δεν θα ‘ρθει ξανά να τη βρεις.
Ξεσκόνιζε, αν πρέπει, μα στο νου σου να έχεις,
τα γηρατειά θα διαβούν κι είναι σκληρά,
κι όταν φύγεις κι εσύ (αφού φεύγουμε όλοι),
σκόνη θα γίνεις κι εσύ με τη σειρά.